Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015

Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας





















01. Το χτύπημα και ο θάνατος Απαγγελία: Μάνος Κατράκης
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος | Στίχοι: Federico Garcia Lorca & Νίκος Γκάτσος
Πέντε η ώρα που βραδιάζει | πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει | φέρνει έν' αγόρι το νεκροσέντονο | πέντε η ώρα που βραδιάζει. | Έτοιμος κι ο κουβάς με τον ασβέστη | πέντε η ώρα που βραδιάζει. | Θάνατος τ' άλλα, θάνατος μονάχα | πέντε η ώρα που βραδιάζει. | Ψηλά παίρνει ο αγέρας τα βαμπάκια | πέντε η ώρα που βραδιάζει. | Το οξείδιο σπέρνει κρύσταλλο και νίκελ | πέντε η ώρα που βραδιάζει. | Παλεύει η περιστέρα με το αγρίμι | πέντε η ώρα που βραδιάζει. | Κι η σάρκα μ' ένα κέρατο θλιμμένο | πέντε η ώρα που βραδιάζει. | Χορδή τυμπάνου αρχίζει να χτυπά | πέντε η ώρα που βραδιάζει. | Αρσενικού καμπάνες κι ο καπνός | πέντε η ώρα που βραδιάζει. | Βουβοί συντρόφοι στ' άχαρα σοκάκια | πέντε η ώρα που βραδιάζει. | Του ταύρου η καρδιά μονάχα ολόρθη | πέντε η ώρα που βραδιάζει. | Όταν ο ιδρώτας χιόνι αργά γινόταν | πέντε η ώρα που βραδιάζει. | Όταν η αρένα γέμισε με ιώδιο | πέντε η ώρα που βραδιάζει. | Τ' αυγά του στην πληγή άφησε ο θάνατος | πέντε η ώρα που βραδιάζει. | Πέντε η ώρα που βραδιάζει, | πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει. | Μια κάσα από καρούλια το κρεβάτι | πέντε η ώρα που βραδιάζει. | Σουραύλια ηχούν και κόκαλα στ' αυτί του | πέντε η ώρα που βραδιάζει. | Στο μέτωπό του ο ταύρος μουγκανίζει | πέντε η ώρα που βραδιάζει. | Η κάμαρα ιριδίζει από αγωνία | πέντε η ώρα που βραδιάζει. | Από μακριά σιμώνει κι όλα η σήψη | πέντε η ώρα που βραδιάζει. | Σάλπιγγα κρίνου στον χλοερό βουβώνα | πέντε η ώρα που βραδιάζει. | Οι πληγές του εκαίγανε σαν ήλιοι | πέντε η ώρα που βραδιάζει. | Και το πλήθος να σπάει τα παραθύρια | πέντε η ώρα που βραδιάζει. | Πέντε η ώρα που βραδιάζει. | Αχ! Τι φριχτά στις πέντε που βραδιάζει. | Ήτανε πέντε σ' όλα τα ρολόγια, | ήτανε πέντε κι έπεφτε το βράδυ. | Δεν θέλω να το βλέπω! | Πες στο φεγγάρι να φανεί | γιατί δε θέλω πια να βλέπω | το αίμα του Ιγνάθιο μες στην αρένα. | Δεν θέλω να το βλέπω! | Αχνό φεγγάρι απ' άκρη σ' άκρη, | άτι από σύννεφα γαλήνια | και η σταχτιά του ονείρου αρένα | με τις ιτιές γύρω, γύρω. | Δεν θέλω να το βλέπω! | Η θύμησή μου καίγεται! | Μηνύστε το στα γιασεμιά | με την αέρινη ασπράδα. | Δεν θέλω να το βλέπω!

02. Το σκόρπιο αίμα Τραγούδι: Κώστας Πασχάλης | Απαγγελία: Μάνος Κατράκης
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος | Στίχοι: Federico Garcia Lorca & Νίκος Γκάτσος
Δε θέλω να το βλέπω! | Πες στο φεγγάρι να φανεί | Γιατί δεν θέλω πια να βλέπω | Το αίμα του Ιγνάθιο στην αρένα | Δε θέλω να το βλέπω! | Αχνό φεγγάρι απ’ άκρη σ’ άκρη | Άτι από σύννεφα γαλήνια | Και η σταχτιά του ονείρου αρένα | Με τις ιτιές γύρω, γύρω | Δεν θέλω να το βλέπω! | Η θύμησή μου καίγεται! | Μηνύστε το στα γιασεμιά | Με την αέρινη ασπράδα | Δε θέλω να το βλέπω | Γέρικου κόσμου η αγελάδα | Έσερνε την πικρή της γλώσσα | Σ’ ένα μουσούδι κόκκινο αίμα | Ξεχειλισμένο στην αρένα | Κι οι αρχαίοι ταύροι του Γκισάντο | Πέτρα μαζί και θάνατος | Μου κάνει σαν, σαν δυο αιώνες | Που έχουν χορτάσει πια τη γη | Όχι! | Δε Θέλω να το βλέπω! | Σκαλί, σκαλί πάει ο Ιγνάθιο | Το θάνατό του φορτωμένος | Γύρευε να ’βρει την αυγή | Και πουθενά η αυγή δεν ήταν | Γύρευε τη σωστή θωριά του | Και τ’ όνειρο τού αλλάζει δρόμο | Γύρευε τ’ όμορφο κορμί του | Και βρήκε το χυμένο του αίμα | Μη! Μη μου λέτε να το βλέπω! | Το ανάβρυσμά του να μη βλέπω | Κάθε φορά να λιγοστεύει | Το ανάβρυσμά του που φωτίζει | Τόσες κερκίδες και σκορπιέται | Μες στο πετσί και το βελούδο | Κοσμοπλημμύρας διψασμένης | Ποιος μου φωνάζει να κοιτάξω; | Μη! Μη μου λέτε να το βλέπω! | Στιγμή δεν έκλεισε τα μάτια | Που είδε τα κέρατα κοντά του | Όμως οι τρομερές μανάδες | Ανασηκώσαν το κεφάλι | Κι από τα βοσκοτόπια πέρα | Ήρθε ένα μυστικό τραγούδι | Που αγελαδάρηδες ομίχλης | Τραγούδαγαν σε ουράνιους ταύρους | Δεν είχεν άρχοντα η Σεβίλλια | Μπροστά του για να παραβγεί | Ούτε σπαθί σαν το σπαθί του | Ούτε καρδιά ναν’ τόσο αληθινή | Σαν ποταμός από λιοντάρια | Η ξακουσμένη του αντρειοσύνη | Και σαν σε πέτρα σκαλισμένη | Η στοχασιά του η μετρημένη | Φως χρυσαφένιο είχε μιας Ρώμης | Ανδαλουσιάνικης στο μάτι | Και το χαμόγελό του νάρδος | Από σπιρτάδα κι απ’ αλάτι | Τι ταυρομάχος στην αρένα! | Τι βράχος πάνω στα βουνά! | Τι απαλός με τ’ άγρια στάχυα! | Τι δυνατός με τα σπιρούνια! | Τι τρυφερός με την δροσιά! | Τι λαμπερός στα πανηγύρια! | Τι τρομερός με τις στερνές | Του σκοταδιού τις μπαντερίλιες! | Τώρα για πάντα πια κοιμάται | Τώρα τα μούσκλια και τα χόρτα | Με δάχτυλα που δε λαθεύουν | Το άνθος ανοίγουν του μυαλού του | Και το τραγουδιστό του αίμα | Κυλάει σε βάλτους και λιβάδια | Γλιστράει στο σύγκρυο των κεράτων | Άψυχο στέκει στην ομίχλη | Σε βουβαλιών σκοντάφτει πόδια | Σα μια πλατειά μια λυπημένη | Μια σκοτεινή γλώσσα ώσπου τέλμα | Να γίνει από αγωνία πλάι | Στον Γκουαδαλκιβίρ των άστρων | Της Ισπανίας ω άσπρε τοίχε! | Κι εσύ του πόνου ω μαύρε ταύρε! | Αίμα του Ιγνάθιο παγωμένο! | Αηδόνι στην καρδιά του μέσα | Όχι! | Δε θέλω να το βλέπω! | Δεν είναι ανθός να το χωρέσει | Και χελιδόνια να το πιούνε | Πάχνη αστεριών να το κρυώσει | Τραγούδι και κρινοπλημμύρα | Και κρύσταλλο να το ασημώσει | Όχι! | Δε θέλω να το βλέπω!

03. Σώμα στην πέτρα Τραγούδι: Κώστας Πασχάλης | Απαγγελία: Μάνος Κατράκης
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος | Στίχοι: Federico Garcia Lorca & Νίκος Γκάτσος
Η πέτρα είναι ένα μέτωπο μ’ όνειρα που στενάζουν | Μα δεν κρατάει κυρτό νερό και κρύα κυπαρίσσια | Η πέτρα πλάτη είναι γυμνή τον χρόνο να σηκώσει | Με δένδρα δακρυοπότιστα, κορδέλες και πλανήτες | Είδα βροχές σταχτιές βροχές στα κύματα να τρέχουν | Τα τρυπημένα υψώνοντας και τρυφερά τους χέρια | Να μην πιαστούν στο αγκάλιασμα της πλαγιασμένης πέτρας | Που καταλεί τη σάρκα τους και δε ρουφάει το αίμα | Γιατί η πέτρα είναι ανοιχτή σε σπόρους και σε νέφη | Σε σκελετούς κορυδαλλών και σ’ αμφιλύκης λύκους | Μα ήχο κανένα δε γεννάει και κρύσταλλα και φλόγες | Παρά μονάχα ατέλειωτες αρένες δίχως τοίχους | Πάνω στην πέτρα ο Ιγνάθιο ο καλογεννημένος | Τέλειωσε πια. Τι μένει εδώ; Την όψη του κοιτάχτε: | Ο θάνατος τη σκέπασε με κερωμένα θειάφια | Και σκοτεινού μινώταυρου του φόρεσε κεφάλι | Τέλειωσε πια. Τώρα η βροχή στ’ άδειο του στόμα μπαίνει | Τώρα ο αγέρας σαν τρελός φεύγει απ’ τα κούφια στήθη | Και ποτισμένος ο έρωτας με του χιονιού τα δάκρυα | Πάει ζεστασιά να ξαναβρεί ψηλά στα βοσκοτόπια | Ποιος μίλησε; Βαριά σιωπή σα μπόχα βασιλεύει | Μπροστά μας είναι ένα κορμί στη σκοτεινιά δοσμένο | Μια κατακάθαρη μορφή που κάποτε είχε αηδόνια | Και τώρα τρύπες άπατες γεμάτη απ’ άκρη σ’ άκρη | Ποιος θρόισε το σάβανο; Όχι, δε λέει αλήθεια | Κανείς εδώ δεν τραγουδάει κανείς εδώ δεν κλαίει | Κανείς σπιρούνια δε χτυπά και την οχιά δεν σκιάζει: | Μόνο τα μάτια ολάνοιχτα θέλω εδώ πέρα να ’χω | Να βλέπω τούτο το κορμί που αναπαμό δεν θα ’βρει | Τους άνδρες θέλω εδώ να ιδώ με την φωνή την άγρια | Που τιθασεύουν άλογα, ποτάμια κυβερνάνε | Που σύγκορμα τραντάζονται καθώς τραγούδια λένε | Με ήλιο και πετροχάλικα στο φλογερό τους στόμα | Εδώ να ’ρθούνε να τους δω. Μπροστά σ’ αυτή την πέτρα | Μπροστά σε τούτο το κορμί με τα σπασμένα γκέμια | Εδώ να ’ρθούνε να μου ειπούν ποιος δρόμος τώρα μένει | Για τούτον τον παλικαρά που ο θάνατος ορίζει | Θέλω έναν θρήνο να μου ειπούν να μοιάζει σαν ποτάμι | Με καταχνιές ανάλαφρες και δασωμένες όχτες | Μακριά να πάρει το κορμί του Ιγνάθιο, ώσπου να σβήσει | Χωρίς ν’ ακούει το ανάσασμα το καυτερό του ταύρου | Να σβήσει εκεί στου φεγγαριού την ασημένια αρένα | Που όντας παιδί καμώνεται βουβάλι πονεμένο | Να σβήσει μέσα στη νυχτιά χωρίς ψαριών τραγούδι | Στ’ άσπρα τα θάμνα του καπνού που η παγωνιά πετρώνει | Δε θέλω να του βάλουνε στην όψη του μαντίλια | Για να του γίνει ο θάνατος πικρός σταυραδερφός του | Πήγαινε Ιγνάθιο. Μην ακούς την πυρωμένη ανάσα | Κοιμήσου, πέτα, ησύχασε. Και η θάλασσα πεθαίνει | Δε θέλω να του βάλουνε στην όψη του μαντίλια | Για να του γίνει ο θάνατος πικρός σταυραδερφός του | Πήγαινε Ιγνάθιο. Μην ακούς την πυρωμένη ανάσα | Κοιμήσου, πέτα, ησύχασε. Και η θάλασσα πεθαίνει

04. Ψυχή φευγάτη Τραγούδι: Κώστας Πασχάλης | Απαγγελία: Μάνος Κατράκης
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος | Στίχοι: Federico Garcia Lorca & Νίκος Γκάτσος
Δε σε γνωρίζει ο ταύρος κι η συκιά | Τ’ άλογα, τα μυρμήγκια του σπιτιού σου | Δε σε γνωρίζει η νύχτα και τ’ αγόρι | Γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα | Δε σε γνωρίζει η πέτρα η πλαγιασμένη | Το μαύρο ατλάζι μέσα του που λειώνεις | Δε σε γνωρίζει η μνήμη σου η σβησμένη | Γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα | Χινόπωρο θα ’ρθεί με σαλιγκάρια | Σταφύλια ομίχλης, όρη αγκαλιασμένα | Όμως κανείς δε θα σε ιδεί στα μάτια | Γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα | Γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα | Σαν όλους τους νεκρούς εδώ στη γη | Σαν όλους τους νεκρούς που λησμονιούνται | Με τα σκυλιά τα ψόφια στοιβασμένοι | Κανείς δε σε γνωρίζει πια. Μα εγώ σε τραγουδάω | Γι’ αυτούς που θα ’ρθουν τραγουδώ τη χάρη κι ομορφιά σου | Τη μεστωμένη γνώση σου, του νου τη φρονιμάδα | Τη δίψα σου για θάνατο, τη γέψη των χειλιών σου | Τη θλίψη που είχε μέσα της η γελαστή χαρά σου | Χρόνια θ’ αργήσει να φανεί αν θα φανεί ποτέ του | Τέτοιος καθάριος ζωντανός, ζεστός Ανδαλουσιάνος | Την αρχοντιά του τραγουδώ με λόγια που στενάζουν | Κι έν’ αεράκι πού ’κλαιγε στα λιόδενδρα θυμάμαι.

Για ακρόαση κάντε κλικ στους παρακάτω τίτλους τραγουδιών του δίσκου: