Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου 2013

Δραπέτης



















Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου σε τραγούδια του Απόστολου Μπουλασίκη

Τα τραγούδια και οι στίχοι τους:

01. Ένα σπιρτόξυλο Τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Μουσική: Απόστολος Μπουλασίκης | Στίχοι: Απόστολος Μπουλασίκης
Πάνω σ' ένα δίσκο, σαν τον ίσκιο να σε | βρίσκω | νάσαι μια βεντάλια, μια ανταύγεια, μια | νεράιδα | ''Κι αν χαθώ ξανά, στους πιο σκοτεινούς | του νου σου δρόμους | θ' ανάψω μια μικρή φωτιά,  πίσω από τους νόθους σου τους φόβους | Να 'χω τα δυο μάτια σου φωτισμένα | και στην πόλη ρίχτα | πίσω από τις φλόγες τους | πυρκαγιά να κάψει αυτή τη νύχτα'' | Απορεί ο ουρανός, πως μια τοσοδούλα στιγμή ασημαντότητας | στο άπειρο, στον άπειρο χρόνο, κρύβει έναν ατέλειωτο παράδεισο | ανατροπής. Ολοκληρωτικής. Χαοτικής. Υπέροχης. Υπεροχής. | Πλησιάζει τότε το φινιστρίνι και χαϊδεύει με τη ματιά του το βρέφος. | Το γόνο. Και του δίνει ονόματα. | Γιάννης, Κώστας, Ελένη, Θανάσης, Ανδρομάχη, Σοφία, Σταμάτης, | Μαρία, Κυριάκος, Κυριακή, Γιώργος, Πέτρος, Σταυρούλα, Νικολέτα, | Αλέξης, Αλεξάνδρα, Αναστάσης, Τασία, Άννα | Ακόμα κι απ' τον ίσκιο σου στον τοίχο | μέσ' τη τανάλια της βεντάλιας σου σε βρίσκω | λείψανο κι όμως, τα βρέφη σου γεννάει | τούτη η ιδέα τις γενιές τις προσπερνάει | Έρωτας για το δήθεν και το πνεύμα | κείνο το μπαμ που καψαλίζει τ' άσπρο δέρμα | κείνο το αχ που τ' άδειο χέρι σου οπλίζει | τη συνταγή της εξουσίας που φοβίζει | Κι έχω χιλιάδες να σου πω, να σε μουσκέψω | κι απ' τον ιδρώτα σου το φόβο να σου κλέψω | να σε βαφτίσω Ανδρομάχη και Ελένη | να σε πετάξω στη φωτιά που περιμένει | Ένα σπιρτόξυλο κι ο έλικας της θλίψης | ανεμοθύελλα στα τέλματα της σήψης | τους στοιχειωμένους θα σηκώσει απ' το καζάνι | να ξαναγεννηθεί ζωή κι αυτό μου φτάνει | ''Κι ας χαθώ ξανά στους ίδιους δρόμους | πίσω από τους νόθους σου τους φόβους | θα 'χω μια μικρή φωτιά ν' ανάψω | τούτο το κορμί στο φως να κάψω | Κι ας χαθώ ξανά σ' αυτά που λένε | τα δυο μάτια σου που σιγοκαίνε | φωτισμένα μέσ' την πόλη ρίχτα | πυρκαγιά να κάψει αυτή τη νύχτα" | Και στο σπασμό σου την ανάσα θα κρατήσω | αυτά που κρύβεις ένα-ένα θα τα λύσω | ν' ανατριχιάσουν οι στιγμές που σε διψάνε | κι οι συμμορίες τα σχοινιά σου που κρατάνε | Ένα σπιρτόξυλο, σημαία και αγχόνη | η φλόγα που όλα τα νικάει και όλα τα λειώνει | τους στοιχειωμένους θα σηκώσει απ' το καζάνι | να ξαναγεννηθεί ζωή κι αυτό μου φτάνει | ''Κι ας χαθώ ξανά στους ίδιους δρόμους | πίσω από τους νόθους σου τους φόβους | θα 'χω μια μικρή φωτιά ν' ανάψω | τούτο το κορμί στο φως να κάψω | Κι ας χαθώ ξανά σ' αυτά που λένε | τα δυο μάτια σου που σιγοκαίνε | φωτισμένα μέσ' την πόλη ρίχτα | πυρκαγιά να κάψει αυτή τη νύχτα"

02. Μαργαρίτα Τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Μουσική: Απόστολος Μπουλασίκης | Στίχοι: Απόστολος Μπουλασίκης
Πριν ξημερώσει μάτια μου  | τα μάτια μου θα πάρω  | χρόνια ο δρόμος με καλεί  | μου βάζει νότες φάρο | Σαράντα χρόνια εξόριστος  | στην τρύπα μιας κιθάρας  | στων ποιητών τα στέφανα  | στη ράχη μιας μπαλάντας | Μαργαρίτα θηλυκό  | παραμύθι δανεικό  | τραγουδάκι μου ρετρό  | σε μαδάω και δε μετρώ | Αχ Μαργαρίτα, τα πέταλα ρίχτα  | σε τσέπες παιδιών | φιλιά ν'αρμενίσουν, σημάδια ν' αφήσουν  | στο δικό τους παρόν | Με παιδικά μου όνειρα  | τους ώμους μου βαραίνω  | μελαγχολώ τις Κυριακές  | τις λέξεις παγιδεύω | Κι είν' ο Πινόκιο εκεί  | ξεπλένοντας τους στίχους  | κρατάει νυστέρι και μετρά  | σα μετρονόμος χτύπους | Μαργαρίτα θηλυκό  | κλάμμα μ' αναφυλλητό  | τραγουδάκι μου ρετρό  | σε μαδάω και δε μετρώ | Αχ Μαργαρίτα, σου κλέβω τη ρίτα  | σε γράφω με Πι | να γίνεις τοπίο, στη Πάργα ένα πλοίο  | κι αυτό μου αρκεί | Κλείνομαι στα τετράστιχα  | τα ξένα συλλαβίζω  | μέσα σε τζάμια σκοτεινά  | το κλέφτη καθρεφτίζω | Μα η Μαργαρίτα με ρωτάει  | αν ζει κι αν βασιλεύει  | κλείνει το μάτι πονηρά  | τις ρίμες κοροϊδεύει | Μαργαρίτα θηλυκό  | παραμύθι δανεικό  | τραγουδάκι μου ρετρό  | σε μαδάω και δε μετρώ | Αχ Μαργαρίτα, τα πέταλα ρίχτα  | σε τσέπες παιδιών | φιλιά ν' αρμενίσουν, σημάδια ν' αφήσουν  | στο δικό τους παρόν

03. Το παραμύθι της βεντάλιας Τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Μουσική: Απόστολος Μπουλασίκης | Στίχοι: Απόστολος Μπουλασίκης
Ένα περιμένω, κόκκινο και ξένο | σα να πέρασε απ' τον ουρανό | σύννεφο της πόλης, χρώμα αλκοόλης | μυρωδιά από «φεύγω» και πηλό | Κι όλη αυτή η λάσπη | στο πρόσωπο σου αστράφτει | κι είσαι πια εικόνα σε βιτρώ | Μια γυμνή ρυτίδα, κάλπικη σφραγίδα | άνοιξε μια πόρτα στον καιρό | Σ' έντυσε λουλούδι, σ' έβαψε με χνούδι | κι είπε κατεβαίνω κάπου εδώ | Κι ύστερα από χρόνια | σου 'στειλε μπαλόνια | για να παίζεις με το φως κρυφτό | Κοιμήσου, στο παραμύθι της βεντάλιας | κοιμήσου, στα φτερά των εποχών | κοιμήσου, στα πηγάδια των λεωφόρων | στ' ατέλειωτα ζιγκ-ζαγκ λευκών γραμμών | κοιμήσου στις αψίδες των βαρβάρων | αντένες, σε οθόνες, σε γκροπλαν | Στις άδειες τις λαμαρίνες των οχημάτων | στη σάρκα των θλιμμένων κοριτσιών | στις στείρες επιγραφές των διοδίων | στις ράγες των ασύρματων συρμών | Κοιμήσου στην πλατεία διχονοίας | στο τέρμα της οδού του μεταξιού | στη θλίψη των κλειστών ξενοδοχείων | στα στέκια που τα σώματα γλυστρούν | Κοιμήσου στο κρεβάτι που ουρλιάζει | σαν κείνο το σκυλί που στο 'χε πει | αν είναι να ζαρώσεις από ανία | καλύτερα σαν κάρβουνο να ζεις | Κοιμήσου σε πακέτα δεδομένων | στη λάμψη δακρυγόνα που κερνάει | στις κόκκινες κηλίδες της ασπίδας | το γυάλινο τομάρι που κρατάει | Κοιμήσου στου βεγγαλικού τη φρίκη | που ζει για μια στιγμή κι ύστερα σκάει

04. Είμαι Τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Μουσική: Απόστολος Μπουλασίκης | Στίχοι: Απόστολος Μπουλασίκης
Ξέρεις, μοιάζω μ' ένα συντριβάνι  | μια γραμμή τσιμέντου στην ακτή  | ένα ασβεστωμένο σπίτι στο νησί  | ή μια μαύρη πόλη δίχως τέλος | Ξέρεις, μοιάζω μ' ένα μπλε καπέλλο  | κάτι σαν κορδόνι παπουτσιού  | ένα μεσημέρι, ένα παγωτό  | ένα ουράνιο τόξο δίχως βέλος | Είμαι κύμα, είμαι σύννεφο  | είμαι δέρμα μελαμψό  | σώμα που'μεινε ανύμφευτο  | σώμα που'μεινε λειψό | Είμαι ό,τι δεν ανέχομαι  | ό,τι πιο βαθειά μισώ  | ό,τι δινω κι ό,τι δέχομαι  | κι ό,τι πάντα σου χρωστώ | Είμαι όλα αυτά που έχασα  | στου αιώνα το μισό  | είμαι όλα αυτά που ξέχασα  | κι όμως πάντα σ' αγαπώ | Ξέρεις μοιάζω μ' ένα πορτοκάλι  | μια πυγολαμπίδα, ένα κερί  | ένα πανδοχείο, μια μικρή πανσιόν  | ένα φράγμα λίμνης ραγισμένο | Ξέρεις όταν η ζωή κοιτάζει  | μια ζωντανεμένη μουσική  | νοιώθω σαν το ψάρι, σα μικρό σκυλί  | σα μωρό στον ύπνο βυθισμένο | Είμαι μια σταγόνα ασύμμετρη  | κύκλος άσπρων λουλουδιών  | λάμψη πρώιμη, ανύποπτη  | σε μια πόλη σκουπιδιών | Είμαι ένα φεγγάρι κάλπικο  | σε καθρέφτισμα υγρό  | στο φιλί σου στέμμα άλικο  | ένα σίγμα σου θολό | Είμαι όλα αυτά που έχασα  | στου αιώνα το μισό  | είμαι όλα αυτά που ξέχασα  | κι όπως πάντα σ' αγαπώ

05. Ο κωπηλάτης Τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Μουσική: Απόστολος Μπουλασίκης | Στίχοι: Απόστολος Μπουλασίκης
Δωδεκάχρονο το βλέμμα, κόκκινο βαθύ σαν αίμα | ποιά ματιά να σου χαρίσω να σε δω να μου γελάς | να φανερωθεί το άστρο, της ψυγνούλας σου το άσπρο | να σε δω μαζί με τ' άλλα, τα παιδιά, να κολυμπάς | Σ' ένα θαλασσί σεντόνι, να πετάς σαν το μπαλόνι | στου παραμυθιού τη γνώρα, στην αγκαλιά της Χαλιμάς | Πίσω από τη λάμψη θαλασσί το φως | λειώνει, το μέταλλο | οσμή, οσμή θανάτου | Ψάχνεις φεγγίτες να σου πουν το πώς | κι είσαι το αχ, καταμεσής του άσπρου πάτου | Δρεπανηφόρα χέρια σ' οδηγούν | εργοδηγοί, Σπαρτιάτες ιερείς, δικάζουν | κι εκεί μεσ' το λυκόφως, σ' απειλούν | και στον Καιάδα σε κατά-καταδικάζουν | Ποια μυθική μητρότητα γεννάει | παλικαράκι δώδεκα χειμώνων | για δες το, σαν το ψάρι σπαρταράει | μπρούτζινα λέπια και ζωή, ζωή αιώνων | Σκλάβος και κωπηλάτης, παραγυιός | χτισμένος σε γαλέρα των βαρβάρων | πάροδος κάπου εκεί στην Αχαρνών | μηχανουργείο, χωνευτήρι, τάφος | κι εσύ στο πιο γλυκόπικρο σου άνθος | ρωτάς φεγγίτες να σου πουν | Γύρω κρανίου τόπος γοερός | γρέζια χρυσίζουν, γλώσσες της φωτιάς | γιορτάζουν | κρότοι, που βρίσκουν χρόνο να κρυφτούν | μένουν μετέωροι και σε εξουσιάζουν | Κι εκεί που ο νους σου πάει να χαθεί | κάτι σαν ίχνος, σαν φυγής το σπέρμα | είναι που δεν κρατιέται η ψυχή | πες το ξανά, πες το ξανά, κι ας είναι ψέμμα | Πόδια που βιάζονται να ξεχαστούν | παραθυράκι, μια σταλιά ο κόσμος | άγγελοι κολασμένοι σε κρατούν | και συ ο πιο μικρός στους λωτοφάγους | πνεύμα και σάρκα σε ανθρωποφάγους | ρωτάς φεγγίτες να σου πουν | Δωδεκάχρονο το βλέμμα, κόκκινο βαθύ σαν | αίμα | ποια ματιά να σου χαρίσω να σε δω να μου | γελάς

06. Δε με αφορά Τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Μουσική: Απόστολος Μπουλασίκης | Στίχοι: Απόστολος Μπουλασίκης
Κρόταλα την τέχνη μου γεννούν | ρέκβιεμ που γερνούν πριν γεννηθούν | Οι προφήτες πλήκτρα οδηγούν | Κλώνους δίχως πρόγονους ζητούν | Ηλεκτρονικός κατακλυσμός | Νώε στάσου στην ευθύνη εμπρός | Όχι, όχι δε με αφορά | όχι, όχι δε με αφορά | Ανάσα και θαμπώνει το γυαλί | Τα φώτα πριονίζουν τη σκηνή | Να πεις, να ξαναζήσεις τη στιγμή που σε γερνάει | Κι ο μύθος γύρω να σ' ακολουθεί | Να λες, να το φωνάζεις, είμαι 'γώ κι είμαι κανένας | Τα λόγια μου τα κάλπικα είμαι 'γώ | Μικρός θεός, αράχνη και ιστός | Λειψός, κλειστός, της γλώσσας ποταμός | Καφές πικρός στο στόμα καθενός | γυμνός, γυμνός, καθρέφτης κι ουρανός | ΝΑΝΑ, ΝΑΝΑ, ΝΑΝΑ | Ο κόσμος μεγαλώνει σα θεριό | Το μέλλον τρύπα και σκουπιδαριό | Αυτή η λάμψη σα ματιά δακρύζει | Με θειάφι τη συνείδηση γυαλίζει | Ξυπνάει πάλι, μ’ αγαπάει | Κι ο μύθος γύρω της κερνάει | ΝΑΝΑ, ΝΑΝΑ, ΝΑΝΑ | Αυτή η λάμψη έχει ωμή αιτία | Της λήθης, της ανάγκης μου τη βία | Μια μέδουσα τα μέλη μου διπλώνει | Εγώ είμαι αυτό που κρύβεις μου δηλώνει | Μα εγώ μεσ' τα ματάκια σου τη κάψα μου ξορκίζω | Βουτάω στη λάσπη να βρω το θησαυρό | Aπλώvω τις φτερούγες μου στης ίριδας το δίσκο | Σε βρίσκω κι είμαι πάλι εγώ | Μικρός θεός, αράχνη και ιστός | Λειψός, κλειστός, της γλώσσας ποταμός | Καφές πικρός στο στόμα καθενός | γυμνός, γυμνός, καθρέφτης κι ουρανός | ΝΑΝΑ, ΝΑΝΑ, ΝΑΝΑ | Τινάζει τη σκουριά της μέρας | πλοκάμια, λάμψεις στον αέρα | με σπρώχνει όλο και πιο πέρα | ΝΑΝΑ, ΝΑΝΑ, ΝΑΝΑ | Αυτή η λάμψη έχει ωμή αιτία | Της λήθης, της ανάγκης μου τη βία

07. Χαλικάκι Τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Μουσική: Απόστολος Μπουλασίκης | Στίχοι: Απόστολος Μπουλασίκης
Μυστικά, υγρά τραγούδησε μου  | τα φτηνά παράπονα σου πες μου  | πριν σε δω σκιά τυφλή στο βάζο  | χαλικάκι στο νερό που αλλάζω | Έλα, έλα μην τρομάζεις πάλι | έτσι στο 'πα μη σε δουν κι άλλοι | να πετάς το δάκρυ σου στο πιάτο | μεσ' τη θλίψη σου να πιάνεις πάτο | Θέλω να σε δω μ' οργή στα μάτια | να βουτάς τρελλή στα σκαλοπάτια | στη βροχή να κλαις να βρίζεις | λάμψη να 'σαι μεσ' το φως ν' ανθίζεις | Μεσ' τη νύχτα να φανεί σημάδι | Σαν την αστραπή λεπίδας χάδι | Να ματώσει τ’ άσπρο σου δέρμα | Να πνιγώ μεσ’ τ’ άγριο σου βλέμμα | Να ξεγελάς τη κάθε μέρα | Με μια σκόρπια, ψόφια καλημέρα | Να λες τη νύχτα σου αγάπη | Και ξανά να της γυρνάς τη πλάτη | Να ξαναζείς μεσ' απ' τη στάχτη  | της ήβης σου το πρώτο αγκάθι  | να ντύνεσαι ωμή τη βία  | μισότρελλη κι αστεία  | μισότρελλη κι αστεία | Η πληγή θυμάται το μαχαίρι  | πιο αστέρι κράταγες στο χέρι  | όταν είδες όνειρο πως θα 'ρθω  | σαν οργής θεός να σε δικάσω. | Σώμα της βροχής δε με τρομάζεις  | όσο κι αν γελάς στη θλίψη μοιάζεις  | κι όμως θέλω να σε δω ν' αλλάζεις  | να λυτρώνεσαι και να γιορτάζεις | Πλάι στου υπόνομου τη ρότα | Να σε παίρνω με ορμή σαν πρώτα | Να ραγίζουν οι κραυγές τα φώτα | Κι οι ψυχούλες τ’ ουρανού τη βόλτα

08. Προοίμιο Αφηγητής: Απόστολος Μπουλασίκης
Κείμενο: Απόστολος Μπουλασίκης
Κάθε φορά σε βλέπω εδώ, χωρίς μάζα, χωρίς καρδιά, | Λεηλατημένο, σφυρηλατημένο σαν χάλκινο πορτραίτο. | Έτσι. | Με μία παλίρροια μικρών κύβων πάγου στα μάτια, να με | ανιχνεύεις. | Με βλέμμα οξύ σαν σπαθί Λακεδαιμόνιου μαχητή. Τι ζητάει η | θειαφισμένη σου σκοτεινιά απ' το ανόητο πρωινό μου; | Τι πρόταση θέλουν να συλλαβίσουν, αυτά τα ασύμμετρα από | τη αδράνεια χείλη σου; | Μέχρι τώρα η φωνή του, ίσα που ακούγονταν. Αυτή όμως την | τελευταία φράση την είπε δυνατά. Λυσσαλέα. | Αισθάνθηκε να γιγαντώνεται μέσα του η τόλμη | και σηκώνοντας με αποφασιστικότητα το πόδι του, διέσχισε | το κατώφλι του καθρέφτη αυτοστιγμεί. Έτσι με ένα μικρό | ανάλαφρο πηδηματάκι, σαν σε τσάμικο. Σε μια σχεδόν αιώνια | στιγμή, βρέθηκε εκεί. Στο ταβάνι ενός ουρανού απόλυτα | οκνηρού, απόλυτα διαμαρτυρόμενου για την παραβίαση του | ονείρου. Της ευλάβειας της συνήθειας. | Ενας κώνος από φως τον τύλιξε. Τον κράτησε ακίνητο. Ονειρική | δυσκαμψία, σκέφθηκε αρχικά, μα το φως επέμενε. Σαδιστικά, | εξοργιστικά, αέναα. Σήκωσε το βλέμμα ψηλά, | στη κορυφή, στη πηγή των ακτίνων, και να, τα μάτια του | να κοιτούν τα μάτια του. | Ταράχτηκε σφόδρα. Παρθενική φορά τον έβλεπε από τόσο κοντά. Όχι την άβουλη | μούμια ενός καθρεφτισματος, μα την ίδια την εικόνα του. Αυτόν τον ίδιο. | Έδρασε σαν πρωτόγονος μπροστά στο καινούργιο. Απλωσε το δεξί του χέρι, αργά, | νωχελικά στην αρχή, κι ύστερα με μια δύναμη δράκου, άρπαξε το αριστερό του, και | φώναξε:

09. Δυτικά 1ο Τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Μουσική: Απόστολος Μπουλασίκης | Στίχοι: Απόστολος Μπουλασίκης
Στο κενό, στο γυαλί, πορσελάνη θολή | Η διπλή σου σιωπή, μαντεμένια σιωπή | Αντιδρά σαν ανταύγεια, | Σε κόκκους κρυστάλλου κρυμμένη | Περιμένει να μπει, σ' ένα άδειο κορμί | Που' ναι πάντα εκεί, στο κενό, στο γυαλί, | Και μετράει με κλεψύδρα, την άμμο που του | απομένει | Μολυβένια γιατί, με ρωτούν το πρωί | Αν στα μέσα μου ζεί, το μωρό που απορεί | Ξενυχτάει, αγαπάει, εμπιστεύεται και περιμένει | Ένα αχ, ένα μη, ένα βήμα πιο κει | Μια λεπίδα γυμνή, μια ελπίδα φτηνή | Στα κρυφά, στα λαθραία, στο κλικ | του διακόπτη αναμμένη | Αν εγώ είμαι γω και δεν είμαι εσύ | Τότε ποιος μου την έχει στημένη | Έχεις κάτι να πεις ή απλά προσπαθείς | Να με πείσεις πως είμαστε ξένοι | Αν εγώ είμαι γώ και δεν είμαι εσύ | Τότε ποιος το χορό θα μου δείξει | Εχεις κάτι να πεις ή απλά προσπαθείς | Να χρεώσεις στην μέρα μου θλίψη | Η φωνή σου μεστή, αφημένη ζεστή | Περιγράφει αργά, θηλυκά πρωινά | Μεσ' την κάψα του νου, του κορμιού | Την απρόβλεπτη πλήξη | Σαν Μεσσίας σωστός, τόσα χρόνια τυφλός | Ζωγραφίζει το φως, κοίτα, μένω γυμνός | Δυτικά της καρδιάς μου, με βλέπω ν' αντέχω | τη σήψη | Βαποράκι εσύ, διαμαντένιο νησί | σε κοιτάζω νωθρή, παγωμένη, υγρή | ν' ακουμπάς τη ζωή | στης θαλάσσιας χελώνας τη λύπη | Ξενυχτάς, απορείς, νοιώθεις πάντα ν' αργείς | κι η στεριά μια στιγμή, ξεμακραίνει τυφλή, | σε ανάποδο ζουμ η εικόνα παγώνει την πλήξη

Επιμέλεια: Νίκος Ταξείδης