Σάββατο, 27 Ιουλίου 2013

Κατάσταση πολιορκίας





















01. Καθώς το παιδί Τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης | Στίχοι: Μαρίνα, Ρένα Χατζηδάκη
Καθώς το παιδί, που σημαδεύεται απ' την πρώτη γνώση της μοναξιάς, | ο καιρός κι η απαντοχή θα κάνουνε συντρίμμια την καρδιά μου | και θα 'χω χάσει για πάντα τους δρόμους, τους δρόμους μου, | σα θα μ' αφήσουνε να βγω από δω. | Θα γυρίζω γυρεύοντάς σε παντού, | στα ισοπεδωμένα τοπία, | στα κομματάκια εκείνου του καθρέφτη, | στις σπαταλημένες ματιές, | να βρω ξανά το πρόσωπό σου, την καρδιά μου γυρεύοντας | και θα μιλώ και θα μιλώ τη γλώσσα, | που ήταν κάποτε δική μας, | που ήταν κάποτε το μόνο δικό μας που μας είχε απομείνει | μέσα στους ίσκιους των νεκρών χρωμάτων | των νεκρών εικόνων | όταν οι νύχτες μας ήταν απλά επεισόδια | της μεγάλης νύχτας που άρχισε πριν-πόσον καιρό; | Πώς να μετρήσω τον καιρό εδώ μέσα, | τις σεληνιακές σου διαλείψεις, | τ' αστρικά σου πηδήματα. | Πώς να μετρήσω την πορεία μου τεθλασμένη, | την απρόβλεπτη τροχιά της απουσίας σου, | μέσα σε τούτο το αμείλικτο διαστημόπλοιο, | μες στην καρδιά της πόλης που ήταν κάποτε δική μου | και τώρα την διαγουμίζουνε τα τανκς; | Εφτάπυλο το χάος, | στεγανό πολιορκημένο μέσα κι έξω από το φόβο με τα χίλια πρόσωπα. | Οι φωνές των ανιάτων κοπάζουν κάθε βράδυ στις πεντέμισι. | Οι σειρήνες λεηλατούν κάθε βράδυ τη σιωπή. | Οι κοιμισμένοι κάθε βράδυ ανεξιχνίαστοι νεκροί. | Και πάλι, πάντα πού είναι τα χέρια σου; | Η φωνή σου πού; | Θ' αντέξουν και απόψε τα τοιχώματα; Ή θα χιμήξει το σκοτάδι; | Πώς να μετρήσω; | Καθώς η πρώτη γνώση της μοναξιάς | που σημαδεύει-έφηβο κιόλας το παιδί | η απουσία σου καρφώθηκε μαχαίρι κατακόρυφο στο χωροχρόνο μου | άνοιξε από παντού ξετρελαμένα στόματα | η ασχήμια, που ενεδρεύει να με καταβροχθίσει, | ο πληγωμένος χρόνος σπαρταράει, | μ' αφύσικα τινάγματα | η μελλοθάνατη ειμ' εγώ | Και γύρω μου παντού, | καταμεσής | κατάστηθα, | στο χάος, στην καρδιά μου, | αιμόσυρτες οι τροχιές | από την αθωότητα στο φόνο, | κι απ' το φόνο στην τύψη, | στο μοιρολόι κι από κει στον άλλο φόνο. | Να σου τραγουδήσω; | Μα κι η φωνή μου, π' αγαπούσες, μαχαιρωμένη. | Φύκια των ουρανών μες την αγρύπνια | τα μαλλιά μου, π' αγαπούσες, | τα χέρια μου πλοκάμια απελπισμένα | κι όπου κι αν ψάξω δε σε βρίσκω πια. | Τετράγωνα κομμάτια σκοταδιού πίσω απ' τα σίδερα. | Η ρωμιοσύνη προδομένη, προδοσιά μαχαίρι στην καρδιά. | Το πληγωμένο φως μετά τις δέκα, | οι θόρυβοι ανεξήγητοι, οι ανάσες. | Η δίχως νόημα θυσία, | η πολιορκία, | η απουσία | το τσιγάρο του φρουρού. | Και θα μιλώ τούτη τη γλώσσα | «Πώς άλλαξε αυτό το παιδί, θα λένε οι άλλοι, | κοιτώντας με, με το μοναδικό μάτι του τουρίστα Κύκλωπα | ζητώντας να τους μιλήσω για ήρωες | κοιμώντας, οι άλλοι, τις δαιδαλικές νύχτες, | που θα ουρλιάζει από παντού η προδοσία, | σκεπάζοντας τα τανκς, τα αεροπλάνα, | το φόβο, | το βήμα του φρουρού, | τις νύχτες χωρίς εσένα | που θα ουρλιάζει η προδοσία από παντού | που θα ουρλιάζουνε τα συντρίμμια της καρδιάς μου, | τα συντρίμμια σαν τα παιδιά της Ζηνοβίας, | απ' τα πέρατα της γης και της απόγνωσης. | Γιατί και σένα θα σ' έχω χάσει | στο κινούμενο σκοτάδι | όπως κι εμένα, | όπως και τον αγώνα, | που θα 'ταν δύσκολος, αλλά ωραίος | κι ήρθε να γίνει σαπισμένο σταφύλι, | Χωρίς εσένα, πώς; | Σαν την πρώτη μοναξιά, | που η γνώση της χαράζει για πάντα το παιδί | το σώμα μου θα διαλυθεί | τα κύτταρά μου ένα προς ένα θ' αποσυνδεθούν, | πάνω σε τούτο το κρεβάτι του Προκρούστη, τον καιρό, | το σώμα μου ηλιακή κηλίδα, θα εκραγεί, | γράφοντας τ' όνομά σου σ' όλους τους ουρανούς, | τα κύτταρά μου, ένα προς ένα θα κινήσουν να μπολιάσουν τους ανθρώπους | με την ηλικία της οδύνης, | με το μαβί καπνό του δειλινού πίσω από τα σίδερα. | Θα στείλω τα όνειρά μου να ταράξουν το νοικοκυρεμένο ύπνο τους. | Θα στείλω το φόβο να φωλιάσει στις ανύποπτες καρδιές τους, | κι όταν θα 'ρθει η υπάλληλος για καταμέτρηση | «δραπέτευσε», θα πουν οι άλλοι, | παρεξηγώντας τον θάνατό μου. | Και μόνο εσύ θα ξέρεις | μόνο εσύ θα θυμάσαι τα χέρια μου, | το θολό παράπονο του σκυλιού έξω από τη φυλακή, | τις κραυγές των παιδιών πάνω στην ταράτσα | την απόγνωση του κινέζικου πορτρέτου, | τα ελληνικά αινίγματα | -τι είν' αυτό που ανασαίνει με τα πόδια, και το κατεβάζουνε με κουβέρτα- | και μόνο εσύ θα ξέρεις πώς, | πού χάθηκε το κορμί μου, | τι έγιν' η φωνή μου, | τι η αγρύπνια μου, | τι ήχους έχει ο φόβος | κι η απόγνωση τι πρόσωπα. | «Θεέ μου και τι να γίνηκαν του κόσμου οι αντρειωμένοι;» | Μονάχα εσύ θα ξέρεις | εγώ θα μιλώ τούτη τη γλώσσα.

02. Μακριά πολύ μακριά Τραγούδι: Αντώνης Καλογιάννης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης | Στίχοι: Μαρίνα, Ρένα Χατζηδάκη
Μακριά, πολύ μακριά, | ακούγεται η ζωή, | ψηλά πολύ ψηλά λάμπουν τα φώτα | -ίσως- τα φώτα, που μας έκλεψαν | της πολιτείας που μας έκλεψαν | κι η θύμηση απ' το τελευταίο λιόγερμα | και τα βουνά, γύρω δικά μας. | Μακριά πολύ μακριά υπάρχεις. | Πρέπει να υπάρχεις, | Σα να μπορώ ν' αφουγκραστώ το γέλιο σου, | ξανθό, πίσω απ' τους λεκιασμένους τοίχους. | Κάποτε όλα θα μαθευτούνε | που θ' αναλιώσει το παγωμένο κέντρο της μνήμης | -τώρα, παντού, «η κατάθεσή μου, να θυμάμαι τι είπα στην κατάθεσή μου»- | και θα ξανάρθουνε τα χρώματα | ίσως κάποτε που θ' ανοιχτούν οι πόρτες των τάφων, | των σπιτιών, των φυλακών, των νόμων, | να λογαριάσουμε τους νεκρούς μας, | να μοιραστούμε τα καινούργια μας τραγούδια. | Κάποτε θα μάθεις κι εσύ τα υπόλοιπα | θα θυμηθείς και εσύ | μακριά, πολύ μακριά, είσαι η ζωή, | θα είσαι μακριά | τότε εγώ δε θα υπάρχω.

03. Ο χρόνος παραμορφώθηκε Τραγούδι: Μ. Φαραντούρη & Α. Καλογιάννης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης | Στίχοι: Μαρίνα, Ρένα Χατζηδάκη
Χρόνος παραμορφώθηκε, | Τα χρόνια που έρχονται παραμορφώθηκαν. | Ξέρεις πού θα με βρεις, | Εγώ ο Φόβος. | Εγώ ο θάνατος. | Εγώ η μνήμη, ανήμερη. | Εγώ η θύμηση της τρυφεράδας του χεριού σου, | εγώ ο καημός της χαλασμένης μας ζωής. | Θα πολιορκώ το «κοίταζε τη δουλειά σου» με τη αγωνία μου. | Θα θρυμματίζω τον ύπνο τους μ' άσεμνα, φρικιαστικά βεγγαλικά. | Σφαίρες αμέτρητες θα πέφτουν στους αδιάφορους διαβάτες, | ώσπου ν' αρχίσουν να σφαδάζουν | ώσπου ν' αρχίσουν ν' αναρωτιούνται. | Εμένα δε θα μπορούν να με σκοτώσουν. | Όμως θαρρώ, οι μόνοι που -ίσως- καταλάβουν θα ναι τα παιδιά, | πλούσια απ' την κληρονομιά μας | πρώτη φορά, τα παιδιά | σκληρά στη μνήμη, σκληρά σε μας, | θα διαβάσουν ίσως έγκαιρα | τ' αδέξια μηνύματα των προτελευταίων ναυαγών | διορθώνοντας τα λάθη, | σβήνοντας τα ψέματα, | ονοματίζοντας σωστά, χωρίς ρομαντισμούς τα παιδιά, | χωρίς αναγραμματισμούς ηλικίας | σημαδεμένα από την αστραπή | τη γνώση της μοναξιάς της δύναμης | που σε μας άργησε τόσο πολύ να 'ρθει. | Κι αν τώρα σε γυρεύω απελπισμένα | στα πελώρια κύματα της αγρύπνιας μου | κι αν τώρα κάθε που ανασαίνω | βγαίνει τ' όνομά σου | όταν θ' αρχίσω να γυρίζω στους σκοτεινούς δρόμους του κόσμου, | με μόνο μια χούφτα φεγγαρόπετρες να μ' οδηγούν | τυφλώνοντας τον κόσμο με τις λάμψεις του τρελού γέλιου σου, | της καλόγριας που κρατούσε τα κλειδιά, | κουφαίνοντας τον κόσμο με τους ήχους της ταράτσας, | με τις κραυγές αυτών που βασανίστηκαν κι αυτών που βασανίζουν | τραντάζοντας τον κόσμο με τη γλώσσα τούτη του θανάτου | ίσως τότε θα 'χεις βρει το δρόμο στο δικό σου το λαβύρινθο | ίσως εσύ τότε θα στέκεσαι περήφανο δεντρί, | στο σταυροδρόμι του κόσμου, | μ' όλους τους ποταμούς να φτάνουν μυστικά στις ρίζες σου, | ίσως τότε τα παιδιά σου, | μαζί μ' όλα τα παιδιά, | να προλάβουν τον καιρό και τη ζωή | μια στιγμή πριν απ' το χάος. | Και πια δε θα 'χει μείνει τίποτ' από μένα | ούτε η τύψη που έμελλε να γίνω | ούτε το άγγιγμά μου στο χέρι σου | ούτε το πιο δικό μου, η γλώσσα μου, | μα θα 'χω διαλυθεί σ' όλους τους ποταμούς του κόσμου | θα 'χω γράψει τ' όνομά σου, που φοβόμουνα, | ως την άλλη όχθη | και το κορμί μου -ίσως- νεκρό | μα πάλι ακέραιο θ' αναπαύεται | με γύρω του τη θύμησή σου | και τη λιόλουστη ζωή.

Επιμέλεια: Νίκος Ταξείδης