Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2011

Ο Σταυρός του Νότου





















01. Kuro Sivo Τραγούδι: Γιάννης Κούτρας
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος | Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο, | δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια. | Είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρια | και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε με το πρώτο. | Πέρ' απ' τη γέφυρα του Αδάμ, στη Νότιο Κίνα, | χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια. | Μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια | που σου 'πανε μια κούφια ώρα στην Αθήνα | Στα νύχια μπαίνει το κατράμι και τ' ανάβει, | χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει, | κι ο λόγος της μες' το μυαλό σου να σφυρίζει, | "ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι; " | Νωρίς μπατάρισε ο καιρός κι' έχει χαλάσει. | Σκατζάρισες, μα σε κρατά λύπη μεγάλη. | Απόψε ψόφησαν οι δυο μου παπαγάλοι | κι ο πίθηκος που 'χα με κούραση γυμνάσει. | Η λαμαρίνα! ...η λαμαρίνα όλα τα σβήνει. | Μας έσφιξε το kuro siwo σαν μια ζώνη | κι' εσύ κοιτάς ακόμη πάνω απ΄το τιμόνι, | πως παίζει ο μπούσουλας καρτίνι με καρτίνι.

02. Θεσσαλονίκη Τραγούδι: Γιάννης Κούτρας
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος | Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Ήταν εκείνη τη νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης | το κύμα η πλώρη εκέρδιζεν οργιά με την οργιά | σ' έστειλε ο πρώτος τα νερά να πας για να γραδάρεις | μα εσύ θυμάσαι τη Σμαρώ και την Καλαμαριά | Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγανε οι Χιλιάνοι | άγιε Νικόλα φύλαγε κι αγιά θαλασσινή | τυφλό κορίτσι σ' οδηγάει παιδί του Μοντιλιάνι | που τ' αγαπούσε ο δόκιμος κι οι δυο Μαρμαρινοί | Απάνω στο γιατάκι σου φίδι νωθρό κοιμάται | και φέρνει βόλτες ψάχνοντας τα ρούχα σου η μαϊμού | εκτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται | σε τούτο το τρομακτικό ταξίδι του χαμού | Κάτω από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη | πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου είπες σ' αγαπώ | αύριο σαν τότε και χωρίς χρυσάφι στο μανίκι | μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Ντεπό

03. Σταυρός του Νότου Τραγούδι: Αιμιλία Σαρρή
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος | Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Έβραζε το κύμα του γαρμπή | είμαστε σκυφτοί κι οι δυο στο χάρτη | γύρισες και μου 'πες πως το Μάρτη | σ' άλλους παραλλήλους θα 'χεις μπει | Κούλικο στο στήθος σου τατού | που όσο κι αν το καις δε λέει να σβήσει | είπαν πως την είχες αγαπήσει | σε μια κρίση μαύρου πυρετού | Βάρδια πλάι σε κάβο φαλακρό | κι ο Σταυρός του Νότου με τα στράλια | Κομπολόι κρατάς από κοράλλια | κι άκοπο μασάς καφέ πικρό | Το άλφα του Κενταύρου μια νυχτιά | με το παλλινώριο πήρα κάτου | μου 'πες με φωνή ετοιμοθανάτου | να φοβάσαι τ' άστρα του Νοτιά | Άλλοτε απ' τον ίδιον ουρανό | έπαιρνες τρεις μήνες στην αράδα | με του καπετάνιου τη μιγάδα | μάθημα πορείας νυχτερινό | Σ' ένα μαγαζί του Nossi Be | πήρες το μαχαίρι δυο σελίνια | μέρα μεσημέρι απά στη λίνια | ξάστραψες σαν φάρου αναλαμπή | Κάτω στις ακτές της Αφρικής | πάνε χρόνια τώρα που κοιμάσαι | τα φανάρια πια δεν τα θυμάσαι | και το ωραίο γλυκό της Κυριακής

04. Ένα μαχαίρι Τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος | Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο | ένα παλιό αφρικάνικο ατσάλινο μαχαίρι | -όπως αυτά που συνηθούν και παίζουν οι αραπάδες- | που από έναν γέρο έμπορο αγόρασα στ' Αλγέρι. | Θυμάμαι, ως τώρα να 'τανε, το γέρο παλαιοπώλη, | όπου έμοιαζε με μια παλιά ελαιγραφία του Γκόγια, | ορθόν πλάι σε μακριά σπαθιά και σε στολές σχισμένες, | να λέει με μια βραχνή φωνή τα παρακάτου λόγια: | «Ετούτο το μαχαίρι, εδώ, που θέλεις ν' αγοράσεις | με ιστορίες αλλόκοτες ο θρύλος το 'χει ζώσει, | κι όλοι το ξέρουν πως αυτοί που κάποια φορά το 'χαν, | καθένας κάποιον άνθρωπο δικό του έχει σκοτώσει. | Ο Δον Μπαζίλιο σκότωσε μ' αυτό τη Δόνα Τζούλια, | την όμορφη γυναίκα του γιατί τον απατούσε. | ο Κόντε Αντόνιο, μια βραδιά, τον δύστυχο αδελφό του | με το μαχαίρι τούτο εδώ κρυφά δολοφονούσε. | Ένας αράπης τη μικρή ερωμένη του από ζήλεια | και κάποιος ναύτης Ιταλός ένα Γραικό λοστρόμο. | Χέρι με χέρι ξέπεσε και στα δικά μου χέρια. | Πολλά έχουν δει τα μάτια μου, μα αυτό μου φέρνει τρόμο. | Σκύψε και δες το, μια άγκυρα κι ένα οικόσημο έχει, | είναι αλαφρύ για πιάσε το δεν πάει ούτε ένα κουάρτο, | μα εγώ θα σε συμβούλευα κάτι άλλο ν' αγοράσεις.» | -Πόσο έχει; - Μόνο φράγκα εφτά. Αφού το θέλεις πάρτο. | Ένα στιλέτο έχω μικρό στη ζώνη μου σφιγμένο, | που η ιδιοτροπία μ' έκαμε και το 'καμα δικό μου, | κι αφού κανένα δε μισώ στον κόσμο να σκοτώσω, | φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου...

05. Γυναίκα Τραγούδι: Γιάννης Κούτρας
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος | Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία. | Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα | Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία | Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα. | Από παιδί βιαζόμουνα μα τώρα πάω καλιά μου. | Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει. | Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου, | για μια στιγμή αν με λύγισε σήμερα δε με ορίζει. | Το μετζαρόλι ράγισε και το τεσσαροχάλι. | Την τάβλα πάρε, τζόβενο, να ξαναπάμε αρόδο. | Ποιος σκύλας γιος μας μούτζωσε κι έχουμε τέτοιο χάλι, | που γέροι και μικρά παιδιά μας πήραν στο κορόιδο; | Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι. | Γιομάτη φύκια και ροδάνθη αμφίβια Μοίρα. | Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι, | πρώτη φορά σε μια σπηλιά στην Αλταμίρα | Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει. | Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ πού μ' είδες; | Στην άμμο πάνω σ' είχα ανάστροφα ζαβώσει | τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες | Το τείχος περπατήσαμε μαζί το Σινικό. | Κοντά σου ναύτες απ' την Ουρ πρωτόσκαρο εβιδώναν. | Ανάμεσα σε ολόγυμνα σπαθιά στο Γρανικό | έχυνες λάδι στις βαθιές πληγές του Μακεδόνα. | Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο. | Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα. | Εδώ κοντά σου χρόνια ασάλευτος να μένω | ως να μου γίνεις, Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα

06. Ένας νέγρος θερμαστής Τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος | Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Ο Γουίλι ο μαύρος θερμαστής από το Τζιμπουτί | όταν από τη βάρδια του τη βραδινή σχολούσε | στην κάμαρά μου ερχότανε γελώντας να με βρει | κι ώρες πολλές για πράγματα περίεργα μου μιλούσε | Μου 'λεγε πώς καπνίζουνε στο Αλγέρι το χασίς | και στο Άντεν πώς χορεύοντας πίνουν την άσπρη σκόνη | κι έπειτα πώς φωνάζουνε και πώς μονολογούν | όταν η ζάλη μ' όνειρα περίεργα τους κυκλώνει | Μου 'λεγε ακόμα ότι είδε αυτός μια νύχτα που 'χε πιει | πως πάνω σ' άτι εκάλπαζε στην πλάτη της θαλάσσης | και πίσωθε του ετρέχανε γοργόνες με φτερά | σαν πάμε στ' Άντεν μου 'λεγε κι εσύ θα δοκιμάσεις | Εγώ γλυκά του χάριζα και λάμες ξυραφιών | και του 'λεγα πως το χασίς τον άνθρωπο σκοτώνει | και τότε αυτός συνήθιζε γελώντας τρανταχτά | με το 'να χέρι του ψηλά πολύ να με σηκώνει | Μες στο τεράστιο σώμα του είχε μια αθώα καρδιά | κάποια νυχτιά μέσα στο μπαρ Ρετζίνα στη Μαρσίλια | για να φυλάξει εμένα από έναν Ισπανό | έφαγε αυτός μια αδειανή στην κεφαλή μποτίλια | Μια μέρα τον αφήσαμε στεγνό απ' τον πυρετό | πέρα στην Άπω Ανατολή να φλέγεται να λιώνει | θεέ των μαύρων, τον καλό συγχώρεσε Γουίλ | και δώσ' του εκεί που βρίσκεται λίγη απ' την άσπρη σκόνη

07. Federico Garcia Lorca Τραγούδι: Γιάννης Κούτρας
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος | Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό | και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι | Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ | τότε που φεύγανε μπουλούκια οι σταυροφόροι | Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδειά | και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου | στο ρογοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά | κι ο γέρος έλιαζε, ακαμάτης, τ' αχαμνά του | Του ταύρου ο Πικάσο ρουθούνιζε βαριά | και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι | τραβέρσο ανάποδο, πορεία προς το βοριά | τράβα μπροστά, ξοπίσω εμείς και μη σε μέλει | Κάτω απ' τον ήλιο αναγαλιάζαν οι ελιές | και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια | τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές | τότες που σ' έφεραν, κατσίβελε, στη μπόλια | Ατσίγγανε κι αφέντη μου με τι να σε στολίσω; | φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό | στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω | κι ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό. | Κοπέλες απ' το Δίστομο, φέρτε νερό και ξύδι | κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά | σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι | μέσα απ' τα διψασμένα της χωράφια τα ανοιχτά | Βάρκα του βάλτου ανάστροφη | φτενή δίχως καρένα | σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά | σμάρι κοράκια να πετάν στην ερήμην αρένα | και στο χωριό να ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά.

08. Αρμίδα Τραγούδι: Γιάννης Κούτρας
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος | Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Το πειρατικό του Captain Jimmy, | που μ' αυτό θα φύγετε και σεις, | είναι φορτωμένο με χασίς | κι έχει τα φανάρια του στην πρύμη. | Μήνες τώρα που 'χουμε κινήσει | και με τη βοήθεια του καιρού | όσο που να πάμε στο Περού | το φορτίο θα το έχουμε καπνίσει. | Πλέμε σε μια θάλασσα γιομάτη | με λογής παράξενα φυτά, | ένας γέρος ήλιος μας κοιτά | και μας κλείνει που και που το μάτι. | Μπουκαπόρτες άδειες σκοτεινές, | - που να ξοδευτήκαν τόνοι χίλιοι; | Μας προσμένουν πίπες αδειανές | και τελωνοφύλακες στο Τσίλι. | Ξεχασμένο τ' άστρο του Βορρά, | οι άγκυρες στο πέλαγο χαμένες. | Πάνω στις σκαλιέρες σε σειρά | δώδεκα σειρήνες κρεμασμένες. | Η πλώρια Γοργόνα μια βραδιά | πήδησε στον πόντο μεθυσμένη, | δίπλα της γλιστρούσαν συνοδιά | του Κολόμβου οι πέντε κολασμένοι. | Κι έπειτα στις ξέρες του Ανκορά | τσούρμο τ' άγριο κύμα να μας βγάλει | τέρατα βαμμένα πορφυρά | με φτερούγες γλάρων στο κεφάλι.

09. Cambays water Τραγούδι: Γιάννης Κούτρας
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος | Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Φουντάραμε καραμοσάλι στο ποτάμι. | Είχε ο πιλότος μας το κούτελο βαμμένο | «κι αν λείψεις χίλια χρόνια θα σε περιμένω» | ωστόσο οι κάβοι σου σκληρύναν την παλάμη. | Θολά νερά και μίλια τέσσερα το ρέμα, | οι κουλήδες τρώνε σκυφτά ρύζι με κάρι, | ο καπετάνιος μας κοιτάζει το φεγγάρι, | που 'ναι θολό και κατακόκκινο σαν αίμα. | Το ρυμουλκό σφύριξε τρεις και πάει για πέρα, | σαράντα μέρες όλο εμέτραγες τα μίλια, | μ' απόψε λέω φαρμάκι κόμπρα είχες στα χείλια, | την ώρα που 'πες με θυμό: «Θα βγω άλλη μέρα...» | Τη νύχτα σου 'πα στο καμπούνι μια ιστορία, | την ίδια που όλοι οι ναυτικοί λένε στη ράδα, | τα μάτια σου τα κυβερνούσε σοροκάδα | κι όλο μουρμούριζες βραχνά: «Φάλτσο η πορεία...» | Σαλπάρουμε! Μας περιμένουν στο Μπραζίλι. | Το πρόσωπό σου θα το μούσκεψε το αγιάζι. | Ζεστόν αγέρα κατεβάζει το μπουγάζι | μα ούτε φουστάνι στη στεριά κι ούτε μαντήλι.

10. Εσμεράλδα Τραγούδι: Γιάννης Κούτρας
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος | Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Ολονυχτίς τον πότισες με το κρασί του Μίδα | κι ο φάρος τον ελίκνιζε με τρεις αναλαμπές | Δίπλα ο λοστρόμος με μακριά πειρατική πλεξίδα | κι αλάργα μας το σκοτεινό λιμάνι του Gabes | Απά στο γλυκοχάραμα σε φίλησε ο πνιγμένος | κι όταν ξυπνήσεις με διπλή καμπάνα θα πνιγείς | Στο κάθε χάδι κι ένας κόμπος φεύγει ματωμένος | απ' το σημάδι της παλιάς κινέζικης πληγής | Ο παπαγάλος σου 'στειλε στερνή φορά το γεια σου | κι απάντησε απ' το στόκολο σπασμένα ο θερμαστής | πέτα στο κύμα τον παλιό που εσκούριασε σουγιά σου | κι άντε μονάχη στον πρωραίον ιστό να κρεμαστείς | Γράφει η προπέλα φεύγοντας ξοπίσω "σε προδίνω" | κι ο γρύλος τον ξανασφυράει στριγγά του τιμονιού | Μη φεύγεις. Πες μου, το 'πνιξες μια νύχτα στο Λονδίνο | ή στα βρωμιάρικα νερά κάποιου άλλου λιμανιού; | Ξυπνάν οι ναύτες του βυθού ρισάλτο να βαρέσουν | κι απέ να σου χτενίσουνε για πάντα τα μαλλιά. | Τρόχισε κείνα τα σπαθιά του λόγου που μ' αρέσουν | και ξαναγύρνα με τις φώκιες πέρα στη σπηλιά | Τρεις μέρες σπάγαν τα καρφιά και τρεις που σε καρφώναν | και συ με τις παλάμες σου πεισματικά κλειστές | στερνή φορά κι ανώφελα ξορκίζεις τον τυφώνα | που μας τραβάει για τη στεριά με τους ναυαγιστές

11. Πικρία Τραγούδι: Γιάννης Κούτρας
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος | Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Ξέχασα κείνο το μικρό κορίτσι από το Αμόι | και τη μουλάτρα που έζεχνε κρασί στην Τενερίφα, | τον έρωτα, που αποτιμάει σε ξύλινο χαμώι, | και τη γριά που εμέτραγε με πόντους την ταρίφα. | Το βυσσινί του Τισιανού και του περμαγγανάτου, | και τα κρεβάτια ξέχασα τα σαραβαλιασμένα | με τα λερά σεντόνια τους τα πολυκαιρισμένα, | για το κορμί σου που έδιωχνε το φόβο του θανάτου. | Ό,τι αγαπούσα αρνήθηκα για το πικρό σου αχείλι | τον τρόμου που δοκίμαζα πηδώντας το κατάρτι | το μπούσουλα, τη βάρδια μου και την πορεία στο χάρτη, | για ένα δυσεύρετο μικρό θαλασσινό κοχύλι. | Τον πυρετό στους Τροπικούς, του Ρίο τη μαλαφράντζα | την πυρκαγιά που ανάψαμε μια νύχτα στο Μανάο | Τη μαχαιριά που μου 'δωσε ο Μαγιάρος στην Κωστάντζα | και "Σε πονάει με τη νοτιά;" Όχι από αλλού πονάω. | Του τρατολόγου τον καημό, του ναύτη την ορφάνια | του καραβιού που κάθισε την πλώρη τη σπασμένη | Τις ξεβαμένες στάμπες μου πού ‘χα για περηφάνεια | για σένα, που σαλπάρισες, γολέτα αρματωμένη. | Τι να σου τάξω ατίθασο παιδί να σε κρατήσω | Παρηγοριά μου ο σάκος μου, σ' Αμερική κι Ασία | Σύρμα που εκόπηκε στα δυο και πως να το ματίσω; | Κατακαημένε, η θάλασσα μισάει την προδοσία. | Κατέβηκε ο Πολύγυρος και γίνηκε λιμάνι, | Λιμάνι κατασκότεινο, στενό, χωρίς φανάρια, | απόψε που αγκαλιάστηκαν Εβραίοι και Μουσουλμάνοι | και ταξιδέψαν τα νησιά στον πόντο, τα Κανάρια. | Γέρο, σου πρέπει μοναχά το σίδερο στα πόδια, | δύο μέτρα καραβόπανο, και αριστερά τιμόνι. | Μια μέδουσα σε αντίκρισε γαλάζια και σιμώνει | κι ένας βυθός που βόσκουνε σαλάχια και χταπόδια.

Επιμέλεια: Νίκος Ταξείδης