Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

Μίκης Θεοδωράκης: Canto General



















Μίκης Θεοδωράκης: Canto General
Αριθμός Δίσκων: (1)
Εταιρεία: MINOS & EMI
Κυκλοφορία: 1975

Prologue Απαγγελία: Μάνος Κατράκης

Algunas Bestias Τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης | Στίχοι: Pablo Neruda & Δανάη Στρατηγοπούλου
Ήταν το λυκόφως της ιγουάνας. | Απ' το αψιδωτό λειρί | η γλώσσα της χυνόταν | σαν ακόντιο μες στη βλάστηση | ο μοναστικός μερμηγκοφάγος πατούσε | τη σέλβα με βάδισμα μελωδικό | το γουανάκο, ανάερο σαν οξυγόνο, | πήγαινε στα φαιά πλατιά υψώματα | με τις χρυσές του μπότες, | ενώ το λάμα άνοιγε τ' αθώα του μάτια | μπροστά σ' ένα κόσμο τρισευγενικό, | γεμάτον δροσοστάλες. | Οι μαϊμούδες πλέκαν το νήμα | του ατελεύτητου ερωτισμού | στα ρείθρα της αυγής, | ρίχνοντας τοίχους από γύρη, | τρομάζοντας του Μούζου | τις πεταλούδες | με τα βιολετιά φτερουγίσματα. | Ήταν η νύχτα του καϊμάν, | νύχτα καθάρια, πνιγμένη στα ρύγχη | που πρόβαλαν μες απ' τη λάσπη, | κι απ' τα υπναλέα τενάγη | ένας μουντός θόρυβος από πανοπλίες | γυρνούσε στη χθόνια καταγωγή. | Ο ιαγουάρος άγγιζε τα φύλλα | με τη φωσφορική απουσία του | τρέχει η πούμα μέσα στα κλαδιά | σαν την καταλυτική φωτιά, | ενώ μέσα της καίνε της σέλβας | τα μάτια τα αλκοολικά. | Οι ασβοί γδέρνουν τα πόδια του ποταμού | κι οσμίζονται τη φωλιά | που μέσα και πάνω στη λαχταριστή | λιχουδιά της | θα χυμήξουνε με κόκκινα δόντια. | Και στο βάθος του μείζονος νερού, | ίδιος κύκλος της γης, | σκεπασμένος λάσπη λειτουργική, | θρησκευτικός και αδηφάγος | κείται ο γίγας ανακόντα.

Voy A Vivir Τραγούδι: Πέτρος Πανδής
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης | Στίχοι: Pablo Neruda & Δανάη Στρατηγοπούλου
Εγώ δεν θα πεθάνω. Τώρα, | τούτη τη μέρα τη γεμάτη ηφαίστεια | κινάω για τα πλήθη, τη ζωή. | Αφήνω ταχτοποιημένα εδώ | τούτα τα πράγματα, | σήμερα που οι πιστολάδες σεργιανίζουν | με τη "δυτική κουλτούρα" υπό μάλης, | με το χέρια που σκοτώνουν στην Ισπανία, | και τις κρεμάλες που αιωρούνται στην Αθήνα, | και την ατιμία που κυβερνάει τη Χιλή | και παύω πια να λέω. | Θα μείνω εδώ | με λέξεις και λαούς | και δρόμους που με προσμένουνε ξανά, | και που χτυπούν με χέρια έναστρα | την πόρτα μου.

Los Libertadores Τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης | Στίχοι: Pablo Neruda & Δανάη Στρατηγοπούλου
Κι έρχεται το δέντρο, | το δέντρο της καταιγίδας, το δέντρο του λαού. | Απ' τη γη ανεβαίνουν οι ήρωές του | όπως τα φύλλα απ' το χυμό, | κι ο άνεμος θρίβει τα φυλλώματα | της βουερής ανθρωποθάλασσας | ώσπου πέφτει στη γη ξανά. | Κι έρχεται το δέντρο, το δέντρο | που τράφηκε με γυμνούς νεκρούς, | νεκρούς μαστιγωμένους | και πληγωμένους, | νεκρούς με απίθανη όψη, | παλουκωμένους σε κοντάρια, | κομματιασμένους στην πυρά, | αποκεφαλισμένους με τσεκούρια, | πετσοκομμένους απ' τα τέσσερα άλογα, | σταυρωμένους μες στην εκκλησιά. | Κι έρχεται το δέντρο, το δέντρο | που 'ναι οι ρίζες του ζωντανές, | πήρε μαρτυρικά νίτρο, | φάγαν οι ρίζες του αίμα, | ρούφηξε δάκρυα απ' το χώμα: | τ' ανέβασε με τα κλαδιά του, | τα μοίρασε μες στην αρχιτεκτονική του. | Γίναν αόρατα λουλούδια, | άλλοτε λουλούδια θαμμένα | κι άλλοτε τα πέταλά τους | φωτίσαν σαν πλανήτες. | Κι ο άνθρωπος μάζεψε απ' τους κλώνους | τα δεμένα μπουμπουκάκια, | χέρι, χέρι τα παράδωσε | σα ρόδια ή μαγνόλιες, | και κείνα ευθύς τη γη ανοίξαν, | κι έφτασαν ψηλά ως τ 'αστέρια. | Αυτό το δέντρο των ελεύτερων. | Το δέντρο γη, το δέντρο σύννεφο, | το δέντρο ψωμί, το δέντρο ακόντιο, | το δέντρο γροθιά, το δέντρο φωτιά. | Το πνίγουν το φουρτουνιασμένα νερά | του νύχτιου καιρού μας, | μα στο κατάρτι ζυγιάζεται | της εξουσίας του ο τροχός. | Άλλοτε πάλι ξαναπέφτουν | τα κλαδιά σπασμένα απ' την οργή | και μια στάχτη απειλητική | σκεπάζει το αρχαίο μεγαλείο του: | έτσι πέρασε μες από άλλους καιρούς, | έτσι ξέφυγε το άγχος το θανατερό, | ώσπου ένα χέρι μυστικό, | κάποια μπράτσα αναρίθμητα, | ο λαός, φύλαξε τα κομμάτια, | έκρυψε αναλλοίωτους κορμούς, | και τα χείλη τους ήταν τα φύλλα | του πελώριου μοιρασμένου δέντρου | που διασπάρθηκε σ' όλες τις μεριές, | που ταξίδεψε μ' όλες του τις ρίζες. | Αυτό είναι το δέντρο, το δέντρο | του λαού, όλων των λαών | της λευτεριάς, του αγώνα. | Έλα ως τη χαίτη του, | άγγιξε τις ξανανιωμένες του αχτίδες, | βύθισε το χέρι στα εργαστήρια | όπου ο παλλόμενος καρπός του | το φως του διαδίδει καθημερινά. | Σήκωσε τη γη τούτη στα χέρια σου, | μέθεξε σε τούτη τη λαμπρότητα, | πάρε το ψωμί σου και το μήλο σου, | την καρδιά σου και το άτι σου | και στήσε φρούριο στο σύνορο, | στη μεθόριο της φυλλωσιάς του. | Υπερασπίσου τα χείλη | κάθε στεφάνης του, | μοιράσου τις εχθρικές του νύχτες, | άγρυπνα για το τόξο της αυγής, | στηρίζοντας το δέντρο, το δέντρο | που μεστώνει καταμεσής στη γη.

La United Fruit Co. Τραγούδι: Πέτρος Πανδής
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης | Στίχοι: Pablo Neruda & Δανάη Στρατηγοπούλου
Όταν ήχησαν οι σάλπιγγες, | όλα είχαν ετοιμαστεί πάνω στη γη, | κι ο Ιεχωβά μοίρασε τον κόσμο | σε Coca Cola Inc., Ανακόντα, | Ford Motors και σε άλλες μονάδες. | Η Εταιρία Φρούτων Inc. | κράτησε γι' αυτήν το πιο ζουμερό: | το κεντρικό παράλιο της γης μου, | τη γλυκιά μέση της Αμερικής. | Της ξαναβάφτισε τα χώματά της, | "Δημοκρατίες της Μπανάνας", | και πάνω στους ξεχασμένους νεκρούς, | πάνω στους ταραγμένους ήρωες | που καταχτήσανε το μεγαλείο, | τη λευτεριά και τις σημαίες, | ίδρυσε την "Όπερα Μπούφα" της: | αλλοτρίωσε τις λεύτερες θελήσεις, | πρόσφερε καισαρικά στέμματα, | εξαπόλυσε τον φθόνο, κουβάλησε | τη διχτατορία "της Μύγας", | μύγα Τρουχίγιο, μύγα Τάτσος, | μύγα Καρρίας, μύγα Μαρτίνες, | μύγα Ουβίκο, μύγες ποτισμένες | με αίμα ταπεινό και μαρμελάδα, | μύγες μπεκρούδες που βουίζουνε, | πάνω στα ομαδικά λαϊκά νεκροταφεία, | μύγες τσίρκου, σοφές μύγες | ειδικευμένες στην τυραννία. | Μέσα στις αιμόχαρες μύγες | ξεμπαρκάρει η "Φρούτων", | ξεχειλίζοντας με καφέ και φρούτα | τα καράβια της που ξεγλιστράνε | σα νταβάδες με θησαυρούς | απ' τα στραγγαλισμένα μας χώματα. | Και την ίδια ώρα, απ' τις ζαχαρωτές | αβύσσους των λιμανιών, | οι Ίνδιοι γκρεμίζονταν και θάβονταν | μέσα στην πάχνη του πρωινού: | κυλάει ένα κορμί, ένα πράμα | χωρίς όνομα, ένα νούμερο πεσμένο, | ένα κλαδί νεκρή οπώρα, | λιωμένη στα σαπιστήρια.

Vienen Los Parajos Τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης | Στίχοι: Pablo Neruda & Δανάη Στρατηγοπούλου
Όλα ήταν πέταγμα στη γη μας. | Σταγόνες αίμα και φτερό | Οι καρδερίνες, αφαίμαζαν | τη χαραυγή του Ανάγουακ. | Το τουκάν, αξιολάτρευτο ήταν κουτί | με καλογυαλισμένα φρούτα. | Το κολιμπρί διαιώνιζε τα πρωτεϊκά | σπιθοβολήματα της αστραπής | και οι μικρές πυρκαγιές του | φούντωναν στον ασάλευτο αγέρα. | Οι λαμπερόχρωμοι παπαγάλοι | πλημμύριζαν τα βάθη των φυλλωμάτων | σα λάμπες από πράσινο χρυσάφι | φρεσκοβγαλμένο απ' τον πολτό | του αποπνιχτικού βάλτου, | και μες από τα μάτια τους τα κυκλικά | ένας κίτρινος κοίταζε κρίκος | παλιός όσο το ορυχτά. | Όλοι οι αϊτοί τ' ουρανού | σιτίζαν το ματωμένο σόι του, | στο ακατοίκητο γαλάζιο, | και με τα σαρκοβόρο του φτερά | πέταγε πάνω από τον κόσμο | ο κόντωρ, ο βασιλιάς δολοφόνος, | καλόγερος ερημικός των ουρανών, | του χιονιού μαύρο χαϊμαλί, | λαίλαπα σε γερακιού φωλιά. | Το ορνέρο, με την επιδέκια μηχανική του | έφτιαχνε απά λάσπη ευωδιαστή | μικρά εύηχα θέατρα | όπου εμφανιζόταν τραγουδώντας. | Το αταχακαμίνος πέρναγε | μπήζοντας την υγρή κρωξιά του, | στον όχθο της υπόγειος πηγής. | Η αραουκάνικη τρυγόνα έχτιζε | τραχιές φωλιές στους αγριόβατους | κι εκεί απίθωνε το δώρο το βασιλικό | των πιτσιλωτών αυγών της. | Η λόικα του Νότου, μυρωμένη, | γλυκιά φθινοπωρινή ξυλουργός, | καμάρωνε το έναστρο στήθος της | πλουμισμένο | με πορφυρούς αστερισμούς, | κι ο ανταρκτικός τσινγκόλο ανασήκωνε | τη φλογέρα του που μόλις περιμάζεψε | απ' την αιωνιότητα των νερών. | Και το φλαμένκο, υγρό νούφαρο, | άνοιγε τις ρόδινες | καθεδρικές του πύλες, | και φτερούγιζε σαν την αυγή | πέρ' απ' το δάσος το πνιχτό, | όπου κρέμονται τα πολύτιμα πετράδια | του κετσάλ, που έξαφνα ξυπνάει, | αναδεύει, ξεγλιστράει και σκάει τη λάμψη του | ταξιδεύοντας στα ύψη | την παρθένα του φλόγα. | Φτερουγίζει ένα βουνό πελαγίσιο | κατά τα νησιά, ένα φεγγάρι πουλιά | που οδεύουνε κατά το Νότο, | πάνω σε λιπασματικά | νησιά του Περού. | Είναι ένα ζωντανό ποτάμι από σκιά, | είναι κομήτης | απροσμέτρητες μικρές καρδιές, | που τον ήλιο σκοτεινιάζουν του κόσμου, | ένα αστέρι με ουρά δασιά | που αρμενίζει κατά το αρχιπέλαγος. | Και στο τέρμα του οργισμένου | πελάγου, στη βροχή του ωκεανού | προβάλλουν τα φτερά του άλμπατρος, | δίδυμα συστήματα αλατιού, | και εγκαθιδρύουν στη σιωπή, | σε χειμαρρώδεις μέσα τρικυμίες, | με την αυστηρή ιεραρχία τους | την τάξη των μοναξιών.

Vegetaciones Τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης | Στίχοι: Pablo Neruda & Δανάη Στρατηγοπούλου
Στα χώματα, που δεν είχαν όνομα | κι ούτε αριθμό | κατέβαινε ο άνεμος | από κυριαρχίες άλλες. | Έφερνε η βροχή κλωστές ουράνιες, | και των κυοφορούντων βωμών | ο υγρός Θεός | ξανάδινε τα λουλούδια και τις ζωές. | Μέσα στη γονιμότητα | αυγάταινε ο καιρός. | Το χακαραντά έσκαγε αφρό από | φωτοβολήματα γαλάζια, | η αραουκάρια | με τις εχθρικές της λόγχες | ήτανε η μεγαλοπρέπεια | αντίκρυ στο χιόνι, | το αρχέγονο δέντρο καόβα | διύλιζε στην κορφή του αίμα, | κι εκεί στο Νότο των αλέρσε | το δέντρο-κεραυνός, το κόκκινο δέντρο, | το δέντρο-αγκάθι και το δέντρο-μάνα, | το πορφυρό σέιβο, το δέντρο κάουτσο, | ήτανε χθόνιοι όγκοι, ήτανε ήχος, | υπάρξεις ήταν του χώρου τούτου. | Ένα διάχυτο καινούργιο άρωμα | πλημμύριζε, απ' τις ρωγμές της γης, | ανάσες που άλλαζαν σε μύρο και καπνό: | ο χλωρός άγριος ταμπάκος ύψωνε | τους αέρινους φανταστικούς | ροδώνες του. | Βέλος που κορυφώνεται σε φλόγα | πρόβαλε τ' αραποσίτι | κι η κορμοστασιά του | ξεκουκκίστηκε, και πάλι αναγεννήθηκε, | σκόρπισε τ' αλεύρι του, γέμισε | νεκρούς κατ' απ' τις ρίζες του, | και λίγο, λίγο, μέσα στο λίκνο του είδε | να ξεπετιούνται οι θεοί των βλασταριών. | Πλατωσιές και φαράγγια μοιράζονταν | το σπόρο του άνεμου | στης κορδιγιέρας τα φτερά, φως πυκνά από | σπειριά και βλασταράκια, | τυφλή αυγή βυζαγμένη | απ' τους υπόγειους πηχτούς χυμούς | της αδυσώπητης ζώνης των βροχών, | των κλειστών νυχτιάτικων πηγών, | των πρωινών δεξαμενών. | Κι ακόμα, στα λιβάδια, | σαν ελάσματα του πλανήτη, | κάτω από ένα δροσερό λαό αστεριών, | το ομπού, βασιλιάς της βλάστησης, | σταματούσε | το λεύτερο αγέρα, το βουερό πέταγμα | και καβαλίκευε την πάμπα κρατώντας την | με χιλιόκλαδα γκέμια και ρίζες. | Δρυμέ Αμερικάνε, | άγριε βάτε μέσα στα πέλαγα | απά πόλο σε πόλο ελίκνιζες | σαν πράσινο θησαυρό την πήχτρα της χλωρίδας σου. | Βλάσταινε η νύχτα | σε πολιτείες από σπάρους ιερούς, | σε ξύλο θροϊκό, | σε πελώρια φύλλα που σκέπαζαν | το βλαστερό λιθάρι, τις γέννες. | Πράσινη μήτρα, | σπερματικό σεντόνι αμερικάνικο, | πηχτή αποθήκη, | ένα κλαδί φούντωσε σα νησί, | ένα λουλούδι έγινε αστραπή | και μέδουσα, | ένα τσαμπί στρογγύλεψε | την περίληψη του, | μια ρίζα κατέβηκε ως τα ερέβη.

America Insurrecta Τραγούδι: Πέτρος Πανδής
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης | Στίχοι: Pablo Neruda & Δανάη Στρατηγοπούλου
Η γη μας, γη πλατιά ερημιές | πλημμύρισε βουητό, μπράτσα, στόματα. | Μια βουβαμένη συλλαβή άναβε λίγο, λίγο | συγκρατώντας το παράνομο ρόδο, | ωσότου οι πεδιάδες δονήθηκαν | όλο σίδερο κι καλπασμό. | Σκληρή η αλήθεια σαν αλέτρι. | Έσκισε τη γη, θεμέλιωσε τον πόθο, | έπνιξε τις φύτρες της προπαγάνδας τους | και λευτερώθηκε μέσα στη μυστική άνοιξη. | Είχε βουβαθεί το λουλούδι της, είχε κυνηγηθεί | το συναγμένος φως της, είχε χτυπηθεί | το μαζικό της προζύμι, των κρυμμένων | λάβαρων το φιλί, | αυτή όμως ξεπετάχτηκε σκίζοντας τοίχους | αποσπώντας τις φυλακές απ' τη γη. | Κούπα της έγινε ο σκούρος λαός. | Παράλαβε το εξοστρακισμένο υλικό | το διάδωσε στης θάλασσας τα πέρατα, | το κοπάνισε σ' αδάμαστα γουδιά | και βγήκε, με χτυπημένες σελίδες | και με την άνοιξη στο δρόμο. | Ώρα χτεσινή, ώρα μεσημεριού, | ώρα σημερινή ξανά, ώρα καρτερεμένη | ανάμεσα στο λεφτό που πέθανε και σ'αυτό | που γεννιέται, | στην αγκαθιασμένη εποχή της ψευτιάς. | Πατρίδα, έχεις γεννηθεί από ξυλοκόπους, | από τέκνα αβάφτιστα, από μαραγκούς, | από κείνους που δώσαν σαν παράξενο πουλί | μια σταγόνα αίμα πετούμενο | και σήμερα θα γεννηθείς και πάλι σκληρή, | μες από εκεί που ο προδότης και ο δεσμοφύλακας | σε πιστεύανε παντοτινά θαμμένη. | Σήμερα, όπως και τότε, θα γεννηθείς απ' το λαό. | Σήμερα θα βγεις μες απ' το κάρβουνο και τη δρόσι. | Σήμερα θα καταφέρεις να τραντάξεις τις πόρτες | με χέρια κακοπαθιασμένα, με κομμάτια | ψυχής που περισώθηκε, με δέσμες | από βλέμματα που ο θάνατος δεν έσβησε: | εργαλεία φοβερά | κάτω απ' τα κουρέλια, έτοιμα για τη μάχη.